Ουβριός (ι)
  1. Εβραίος.
  2. Πασχαλινό έθιμο «Το κάψιμο τ' Ουβριού» στην ενορία του Αγίου Κωνσταντίνου (στην κορυφή μιας στοίβας από αστ'βές τοποθετούν ένα ομοίωμα Εβραίου το οποίο, καίνε λίγο πριν την Ανάσταση).
  3. Είδος φαγώσιμου σαλιγκαριού
Επίσης ως:
Ουρσιώτ'ς (ι)
  • Ερεσιώτης (ο καταγόμενος από την Ερεσό Λέσβου)
Ουρσός (η)
  • Το χωριό Ερεσός
Ουρσουτέλια (τα)
  • Τα παιδιά της Ερεσού
    • -Ι δάσκαλους άλλαζι, τα Ουρσουτέλια πουμένασ' τα ίδια